ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΤΡΙΕΣ
Duration: 123’ Genre: Δράμα

Plot

Μια απίστευτη -και άγνωστη μέχρι πρόσφατα- αληθινή ιστορία επιβίωσης αποκαλύπτεται στις «Δοκιμάστριες». Βασισμένη στο διεθνές μπεστ σέλερ «Στο Τραπέζι του Λύκου», η  ταινία του Σίλβιο Σολντίνι, ξεπέρασε τα 3 εκατομμύρια ευρώ σε εισπράξεις στην Ιταλία.

Φθινόπωρο του 1943. Η νεαρή Ρόζα αφήνει το βομβαρδισμένο Βερολίνο για να καταφύγει σε ένα απομακρυσμένο χωριό, όπου ζουν οι γονείς του άντρα της, όσο εκείνος πολεμά στο μέτωπο. Σύντομα η Ρόζα θα ανακαλύψει ότι το φαινομενικά φιλήσυχο χωριό κρύβει ένα μυστικό: το αρχηγείο του Αδόλφου Χίτλερ, το διαβόητο «Λημέρι του Λύκου», βρίσκεται στο γειτονικό δάσος.

 

Ένα πρωί, η Ρόζα συλλαμβάνεται μαζί με άλλες νεαρές γυναίκες από το χωριό και οδηγείται στο αρχηγείο. Εκεί, οι γυναίκες αναγκάζονται για πρώτη φορά να δοκιμάσουν το φαγητό που προορίζεται για τον Χίτλερ - κι αυτό συνεχίζεται τρεις φορές τη μέρα, κάθε μέρα: οι γυναίκες αυτές παίζουν κορώνα-γράμματα τη ζωή τους για να βεβαιωθούν ότι το φαγητό δεν είναι δηλητηριασμένο. Διχασμένες μεταξύ του φόβου του θανάτου και της πείνας που τις ρημάζει, οι «δοκιμάστριες» θα συνάψουν συμμαχίες, φιλίες και μυστικές συμφωνίες μεταξύ τους.

 

Για τη Ρόζα, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη πιο πολύπλοκα με την άφιξη ενός αξιωματικού των SS, τον οποίο και θα ερωτευτεί ενάντια στη λογική, ρισκάροντας τα πάντα για να νιώσει και πάλι ζωντανή.

 

Σχεδόν επτά δεκαετίες μετά τα γεγονότα και λίγο πριν τον δικό της θάνατο στην ηλικία των 95 ετών, μια γυναίκα με το όνομα Μάργκοτ Βολκ αποκάλυψε ότι ήταν μια από τις νεαρές γυναίκες που ανέλαβαν τον ρόλο της δοκιμάστριας για λογαριασμό του Αδόλφου Χίτλερ: δηλαδή να δοκιμάζουν καθημερινά το φαγητό του Φύρερ, για να αποτρέψουν ενδεχόμενα πλάνα εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών για να τον δηλητηριάσουν και να δώσουν έτσι τέλος στην παγκόσμια σύρραξη.

 

Αυτό το ιδιόμορφο παίχνιδι ρώσικης ρουλέτας, κατά τη διάρκεια του οποίου οι γυναίκες λυτρώνονταν από την πείνα που μάστιζε τον πληθυσμό, αλλά ταυτόχρονα διακινδύνευαν την ίδια τους τη ζωή, συνέχισε για δυο χρόνια και έλαβε τέλος με την επέλαση των ρώσικων στρατευμάτων και την τελική ήττα των Ναζί.

 

Κανείς δεν γνώριζε για την ύπαρξη της ομάδας αυτής: η Βολκ ήταν η μόνη που επιβίωσε της λήξης του πολέμου και δεν είχε μιλήσει για τις εμπειρίες της αυτές, ώσπου να δώσει μια συνέντευξη σε γερμανική εφημερίδα λίγο πριν τον θάνατό της. Η ιστορία της ενέπνευσε το διεθνές μπεστ σέλερ «Στο Τραπέζι του Λύκου» της Ιταλίδας Ροσέλα Ποστορίνο, το οποίο μάλιστα απέσπασε το βραβείο Campiello και κυκλοφόρησε σε πάνω από 45 χώρες σε όλον τον κόσμο.

 

Οι παραγωγοί της ταινίας, Κριστιάνα Μαϊνάρντι και Λιονέλο Τσέρι, εντόπισαν το βιβλίο τυχαία σε βιβλιοπωλείο ενός σιδηροδρομικού σταθμού και αναγνώρισαν τη δυναμική του πριν αυτό καταφέρει αυτές τις επιτυχίες διεθνώς. Επιμένοντας ότι ήθελαν η ταινία να γίνει από Ιταλούς/ίδες συντελεστές, μπήκαν στην πολυετή διαδικασία ανάπτυξης του σεναρίου και χρηματοδότησης της ταινίας, αντιμετωπίζοντας στην πορεία τις τεράστιες δυσκολίες που έφεραν η πανδημία και η πολεμική σύρραξη Ουκρανίας-Ρωσίας. «Για εμάς ήταν σημαντικό να πούμε αυτήν την ιστορία, η οποία μιλάει για τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος ρημάζει τα γυναικεία σώματα, αλλά και την τόσο μεγάλη δύναμη της γυναικείας φιλίας και αλληλεγγύης», σχολιάζουν. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Σίλβιο Σολντίνι, προσθέτει: «Είναι κάπως ασυνήθιστο να αφηγείσαι μια ιστορία για τον πόλεμο και τη βία, χωρίς να επικεντρώνεσαι στους άνδρες. Αντίθετα, μιλάμε για το πώς επηρεάστηκαν αυτές οι γυναίκες σε αυτό τον τον «μικρόκοσμο», όπου αναγκάζονταν καθημερινά να παίξουν ρώσικη ρουλέτα με κάτι τόσο πολύτιμο και απαραίτητο όσο το φαγητό.»

 

 

Ο σκηνοθέτης Σίλβιο Σολντίνι μιλά για την ταινία

 

Λίγο πριν τον θάνατό της το 2012, μια 94χρονη Γερμανίδα αποκάλυψε ένα μυστικό που κρατούσε όλη της τη ζωή: ότι υπήρξε μέλος μιας ομάδας νεαρών γυναικών, οι οποίες για πάνω από δυο χρόνια έπρεπε να δοκιμάζουν το φαγητό του Αδόλφου Χίτλερ σε καθημερινή βάση, για να βεβαιωθούν ότι το φαγητό δεν ήταν δηλητηριασμένο πριν το καταναλώσει εκείνος. Το όνομά της ήταν Μάργκοτ Βολκ και ήταν η μόνη επιζήσασα της ομάδας - και η ιστορία της ενέπνευσε τη συγγραφέα Ροσέλα Ποστορίνο να γράψει το μυθιστόρημα  .

 

Όταν οι παραγωγοί της ταινίας μού πρότειναν να αναλάβω τη σκηνοθεσία του πρότζεκτ, δέχτηκα αμέσως. Για να θελήσω να μεταφράσω μια ιστορία σε εικόνες, πρέπει να νιώσω κάτι περισσότερο από το να τη βρω απλώς όμορφη ή καλοφτιαγμένη: πρέπει να νιώσω μια ιδιαίτερη έλξη για αυτήν. Οι ευαισθησίες μου πρέπει να ταιριάζουν με την ιστορία, τους χαρακτήρες, τα συναισθήματα που πυροδοτεί. Πρέπει να βρω έναν χώρο, ο οποίος μου επιτρέπει να κινηθώ ελεύθερα και να διηγηθώ την ιστορία μέσα από το δικό μου βλέμμα, αποτυπώνοντας αυτό που βρίσκω τόσο δυνατό και ζωντανό στο κείμενο.

 

Θυμάμαι ακόμα τη συγκίνηση που ένιωσα όταν είδαμε για πρώτη φορά την Ελίσα Σλοτ ως Ρόζα δίπλα στον Μαξ Ρίμελτ ως Ζίγκλερ ή με την Άλμα Χασούν ως Ελφρίντε. Η ομάδα των ηθοποιών που επιλέξαμε αποδείχθηκε εξαιρετική – όλες τους ήταν απίστευτα αφοσιωμένες και αυθεντικές. Δουλέψαμε μαζί πάνω από δύο εβδομάδες πριν από τα γυρίσματα και, όταν φτάσαμε στο πλατό, ήμασταν έτοιμοι: οι χαρακτήρες είχαν πραγματικά «ζωντανέψει». Γι’ αυτό τελικά το γεγονός ότι δεν μιλάω τη γλώσσα των διαλόγων δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τη συνεργασία μου με τους ηθοποιούς - η κατανόηση της ακριβούς σημασίας των λέξεων δεν είναι τόσο σημαντική, όταν η ιστορία έχει κάτι το τόσο ζωντανό και αληθινό.

 

Οι ηθοποιοί ήταν κάτι σαν μια μικρή ορχήστρα, η οποία φυσικά ήταν και στην καρδιά της αρχικής ιστορίας: μια ομάδα γυναικών που αναγκάστηκαν να μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, ξανά και ξανά. Στην αίθουσα εκείνη και στην αυλή, κατά τη διάρκεια της μακράς αναμονής μεταξύ των γευμάτων, η Ρόζα και οι άλλες γυναίκες βιώνουν έναν κυκεώνα συναισθημάτων: φόβο, θυμό, φιλία, συνενοχή, προδοσία. Η Αντονέλα Βισκάρντι, που οργάνωσε την παραγωγή των έξι τελευταίων ταινιών μου και είχε αρχίσει να δουλεύει και σε αυτήν –μια αναντικατάστατη φίλη που, δυστυχώς, δεν είναι πλέον μαζί μας– μου είπε κάποτε: «Αυτή είναι μια υπέροχη ιστορία... που πρέπει να ζωγραφίσεις με ένα μικρό πινέλο». Προσπάθησα να κάνω ακριβώς αυτό, λοιπόν. Να πω την ιστορία μιας ομάδας νεαρών γυναικών που παρασύρθηκαν από τη βία της Ιστορίας – και του πολέμου, ο οποίος, δυστυχώς, παραμένει στις ζωές όλων μας ακόμα και σήμερα. Ο πόλεμος σημαίνει φόβο, φτώχεια, πείνα... και σε αυτήν εδώ την περίπτωση, η πείνα συναντά μία αναπάντεχη αντίθεση: αυτές οι γυναίκες έχουν φαγητό, και είναι άφθονο και νόστιμο – αλλά μπορεί και να τις σκοτώσει.

 

Αυτό το «μικρό πινέλο» πιστεύω ήταν επίσης απαραίτητο για να βρω την ισορροπία ανάμεσα στις πιο σκοτεινές και τις πιο ανάλαφρες στιγμές, τις στιγμές ομορφιάς και ποίησης. Ήθελα να πω μια ιστορία, στην οποία οι λεπτομέρειες και οι μικρές χειρονομίες θα είχαν το ίδιο συναισθηματικό βάρος με τα πιο εντυπωσιακά γεγονότα: τα πλάνα στα χέρια της Ρόζα (και όχι μόνο τα δικά της), τα βλέμματα, το κόκκινο του αίματος, η φωτογραφία του Γκρέγκορ, ο άνεμος στα δέντρα, το φως από έναν φακό, ένα γράμμα στο χιόνι...

 

Ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας είναι και ο ίδιος ο χρόνος: το πέρασμα του χρόνου, οι αλλαγές των εποχών, η μεταβαλλόμενη φύση. Όπως επίσης ο ρυθμός της αφήγησης. Κατά τη διάρκεια του μοντάζ, με την Καρλότα Κριστιάνι και τον Τζιόρτζιο Γκαρίνι, συνειδητοποιήσαμε ότι αυτή η ταινία χρειαζόταν έναν δικό της ρυθμό. Ορισμένα πλάνα ζητούσαν περισσότερο «χώρο», ενώ άλλες σεκάνς απαιτούσαν ένα σχεδόν ξέπνοο ρυθμό.

 

Κάθε ταινία έχει τον δικό της παλμό, τον οποίο ανακαλύπτεις σιγά-σιγά. Ακριβώς όπως και τη μουσική της. Ο Μάουρο Παγκάνι δούλεψε μια σειρά από πιθανές μελωδίες και μουσικά θέματα, πριν ακόμη ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Εγώ τελικά συνδέθηκα με το πιο σκοτεινό, έντονο μουσικό θέμα του: όταν προστέθηκε στα πλάνα της ταινίας, ξαφνικά τους έδωσε ένα διαφορετικό βάρος και βάθος. Τα ρίζωσε σε μια ιστορική στιγμή που η ταινία δεν μπορούσε να δείξει άμεσα -δηλαδή τον ίδιο τον πόλεμο-, το βάρος της ιστορίας που συνθλίβει και παραβιάζει. Ξεκινώντας από αυτό το κομμάτι, η μουσική έγινε ακόμη μια πινελιά, αυτή τη φορά με μεγαλύτερο «πινέλο».

 

Όμως, οι «Δοκιμάστριες» δεν είναι απλώς μια ταινία που μας καλεί να προβληματιστούμε σχετικά με τις καταπιεστικές δυναμικές του παρελθόντος και του παρόντος, και τις καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου. Είναι επίσης μια ταινία για τα ανθρώπινα ένστικτα και παρορμήσεις, όπως και για την ένταση που διαμορφώνεται ανάμεσα στις πρωταρχικές και τις δευτερεύουσες ανάγκες μας — αυτές που διαμορφώνονται από το περιβάλλον, τον πολιτισμό και την εξουσία.

Director: Σίλβιο Σολντίνι

Writers: Ντοριάνα Λεοντέφ, Σίλβιο Σολντίνι, Λούτσιο Ρίκα, Κριστίνα Κομεντσίνι, Τζιούλια Καλέντα, Ιλάρια Μάκια, βασισμένο στο μυθιστόρημα της Ροσέλα Ποστορίνο

Actors: Ελίσα Σλοτ, Μαξ Ρίμελτ, Άλμα Χασούν, Έστερ Γκεμς, Γιούργκεν Βινκ, Έμμα Φαλκ, Όλγκα φον Λούκβαλντ

TRAILER