Plot
Ποιος ήταν ο «Σεζάν του πλαστού χρήματος», ο μυστηριώδης άνδρας που ξεγέλασε ακόμη και την Τράπεζα της Γαλλίας, ενώ τα πλαστά του χαρτονομίσματα θεωρούνται πια συλλεκτικής αξίας;
Έχοντας ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο εισιτήρια, το L’ Affaire Bojarski είναι η μεγάλη επιτυχία του φετινού γαλλικού Box- Office,
Στη μεταπολεμική Γαλλία, ένας Πολωνός πρόσφυγας αναγκάζεται να μετατρέψει το σπάνιο ταλέντο του στη μηχανική σε όπλο επιβίωσης. Ο Γιαν Μπογιάρσκι φτάνει στη Γαλλία χωρίς πατρίδα και χωρίς επίσημη ταυτότητα: όταν το κράτος τού αρνείται την αναγνώριση και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που δικαιούται, εκείνος θα βρει έναν άλλο τρόπο να αποδείξει την αξία του. Μέσα σε ένα αυτοσχέδιο εργαστήριο, δημιουργεί σχεδόν τέλεια πλαστά χαρτονομίσματα: τόσο άψογα που μπορούν να ξεγελάσουν ακόμη και την Τράπεζα της Γαλλίας.
Καθώς χτίζει μια διπλή ζωή, κρυφή ακόμη και από την οικογένειά του, η παρανομία μετατρέπεται σε προσωπικό στοίχημα τελειότητας και αναγνώρισης. Απέναντί του, ο αμείλικτος αστυνόμος Ματέι αφιερώνει χρόνια στην καταδίωξή του, στήνοντας ένα υπόγειο, εμμονικό παιχνίδι γάτας και ποντικιού, σε ένα συναρπαστικό αστυνομικό δράμα βασισμένο σε αληθινή ιστορία, για έναν άνθρωπο που ήθελε να αναγνωριστεί ως δημιουργός - ακόμη κι αν η αναγνώριση αυτή θα ήταν συνώνυμη με τη σύλληψή του.
Η ιστορία του «Σεζάν του πλαστού χρήματος»
Ο Γιαν Μπογιάρσκι (1912–2003), Πολωνός μηχανικός και αρχιτέκτονας που εγκαταστάθηκε στη Γαλλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε ο εγκέφαλος μίας από τις πιο εντυπωσιακές υποθέσεις παραχάραξης του 20ού αιώνα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές του 1960, δούλευε απομονωμένος στο υπόγειο του σπιτιού του, όπου κατασκεύαζε ο ίδιος τα πάντα: από το χαρτί και τις πλάκες εκτύπωσης, μέχρι τα μηχανήματα και το μελάνι. Το αποτέλεσμα ήταν πλαστά γαλλικά φράγκα εξαιρετικής ποιότητας, τόσο πειστικά που μπορούσαν να ξεγελάσουν ακόμη και τους ειδικούς της Τράπεζας της Γαλλίας, επίδοση που του χάρισε το προσωνύμιο «ο Σεζάν του πλαστού χρήματος».
Για περισσότερα από 14 χρόνια, ο Μπογιάρσκι διοχέτευε στην αγορά εκατομμύρια φράγκα, μέχρι τη σύλληψή του το 1964, έπειτα από προδοσία συνεργατών που είχαν αναλάβει την κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων. Καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη και η υπόθεσή του απασχόλησε εκτενώς τον γαλλικό Τύπο, με πολλούς να τον αντιμετωπίζουν όχι μόνο ως εγκληματία, αλλά και ως ιδιοφυή τεχνίτη με σχεδόν καλλιτεχνική εμμονή στην τελειότητα. Σήμερα, τα πλαστά του χαρτονομίσματα θεωρούνται κειμήλια και η περίπτωσή του εξακολουθεί να μελετάται από ειδικούς στην καταπολέμηση της παραχάραξης.
Η ιστορία του, ωστόσο, άφησε βαθύ αποτύπωμα και στην οικογένειά του. Η κόρη του, Αν Μπογιάρσκι, ήταν 15 ετών όταν έμαθε την αλήθεια, την ημέρα που η αστυνομία ήρθε να συλλάβει τον πατέρα της. Μεγαλώνοντας μέσα σε μια σιωπή που αργότερα χαρακτήρισε «τραυματική», αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη της επικοινωνίας και της διαχείρισης συναισθημάτων. Η κινηματογραφική αναπαράσταση της ιστορίας δεν της αποκάλυψε απλώς έναν πατέρα, αλλά έναν μοναχικό άνθρωπο, και της επέτρεψε να επανεξετάσει το παρελθόν της. «Ο πατέρας μου είχε το ένστικτο να μας προστατεύει», λέει η ίδια, «αλλά δεν ήξερε πώς να έρθει πραγματικά κοντά με τα αγαπημένα του πρόσωπα. Τον κατάλαβα καλύτερα, όταν είδα την ταινία. Τότε μόνο τον κατάλαβα… Η ταινία με ηρέμησε. Μου επέτρεψε να νιώσω ξανά τον πόνο, αντί να τον αφήνω θαμμένο.»
Η ταινία φέρει την υπογραφή του Ζαν-Πολ Σαλομέ, δημιουργού πίσω από τα «Αρσέν Λουπέν, ο Άνθρωπος με τα Χίλια Πρόσωπα» με πρωταγωνιστή τον Ρομάν Ντουρί και του πολιτικού θρίλερ «Εύκολος Στόχος» με πρωταγωνίστρια την Ιζαμπέλ Ιπέρ, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας. Με την ταινία αυτή, ο Σαλομέ παρουσιάζει μια ιστορία που ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στο αστυνομικό θρίλερ και το δράμα, συνδυάζοντας τη, γεμάτη σασπένς, δομή ενός «παιχνιδιού» γάτας και ποντικιού με μια λεπτομερή, σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αποτύπωση της τέχνης της παραχάραξης.
Στον κεντρικό ρόλο, ο Ρεντά Κατέμπ, ένας από τους σημαντικότερους και πιο χαρισματικούς ηθοποιούς του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου, ενσαρκώνει με εσωτερικότητα και ένταση έναν άνθρωπο απόλυτα διχασμένο ανάμεσα στη μυστική του ιδιοφυΐα και την ανάγκη του για αναγνώριση του έργου του, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως πρωταγωνιστή υψηλών απαιτήσεων στο ευρωπαϊκό σινεμά.
Ο σκηνοθέτης Ζαν-Πολ Σαλομέ μιλά για την ταινία
Πώς μάθατε την ιστορία του Μπογιάρσκι;
Ο παραγωγός Ζαν-Μπατίστ Ντιπόν μού μίλησε γι’ αυτήν πριν περίπου έξι χρόνια. Πίστευε ότι ήταν ένα θέμα που μου ταίριαζε. Το αρχικό σενάριο βασιζόταν περισσότερο σε μια σχέση πατέρα-γιου, αλλά τα όσα διάβασα στο διαδίκτυο για τον Μπογιάρσκι μού φάνηκαν πολύ πιο συναρπαστικά. Μου άρεσε αυτή η εικόνα: ένας άνθρωπος μόνος, με μια βαλίτσα γεμάτη χαρτονομίσματα - σχεδόν βγαλμένος από το σύμπαν του Ζορζ Σιμενόν. Με συγκίνησε η εικόνα αυτή, ένιωσα πως ήταν υλικό για μια δυνατή ιστορία.
Υπήρχε πλούσιο αρχειακό υλικό για τον Μπογιάρσκι;
Συναντήσαμε τον Ζακ Μπριό, έναν Ελβετό δημοσιογράφο που έχει πάθος με την ιστορία του Μπογιάρσκι και έχει συγκεντρώσει τεράστιο αρχείο. Χάρη σε εκείνον, αποκτήσαμε πρόσβαση σε φωτογραφίες και ντοκουμέντα, κάποια από τα οποία εμφανίζονται και στο φινάλε της ταινίας. Είχε επίσης αντίγραφα όλων των πατεντών του, γεγονός που μας επέτρεψε να δείξουμε τις εφευρέσεις του - είναι όλες τους αληθινές, εκτός από την ηλεκτρική οδοντόβουρτσα.
Το σημαντικότερο ήταν ότι ο Μπογιάρσκι είχε κατασκευάσει μόνος του όλα τα μηχανήματα που χρησιμοποιούσε για την παραχάραξη: πρέσες, πλάκες, μίξερ. Ορισμένα έχουν χαθεί, αλλά τα σχέδια και οι φωτογραφίες διασώθηκαν, κι έτσι μπόρεσα να αναδημιουργήσω το εργαστήριό του. Τα έκανε πραγματικά όλα μόνος του: από το χαρτί, που έφτιαχνε από τσιγαρόχαρτα και ριζόχαρτο, μέχρι το μελάνι, στο οποίο πρόσθετε ασπιρίνη, όπως βλέπουμε και στην ταινία.
Συναντήσαμε επίσης την κόρη του, την Αν Μπογιάρσκι. «Δεν είναι εύκολο να ψάχνεις την αλήθεια, όταν ο πατέρας σου πλαστογραφούσε χρήματα…», μας είπε χαμογελώντας. Στην πραγματικότητα, δεν ήξερε πολλά για όσα έκανε ο πατέρας της.
Πώς ανασυνθέσατε την ιστορία του, ειδικά ως προς την οικογενειακή του ζωή;
Όσον αφορά τη σχέση του ζευγαριού, χρειάστηκε αναπόφευκτα να επινοήσουμε πράγματα. Η σύζυγός του, Σουζάν, υποψιάζεται ορισμένα πράγματα, αλλά στην πραγματικότητα προτιμά να μη γνωρίζει. Μόνο αργότερα ανακαλύπτει την αλήθεια. Η δική μας δουλειά ήταν να ξαναχτίσουμε δραματουργικά την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα μυστικό που σταδιακά διαβρώνει τη σχέση του ζευγαριού.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο «ζευγάρι» στην ταινία: ο Μπογιάρσκι και ο αστυνόμος Ματέι…
Ναι, αυτή είναι η ραχοκοκαλιά της ιστορίας στην πραγματικότητα. Ο επίτροπος Ματέι -στην πραγματικότητα λεγόταν Μπενάμου- τον καταδίωκε για 15 χρόνια. Είχε ασχοληθεί με πολλούς παραχαράκτες, αλλά μετά από τόσα χρόνια καταδίωξης, μπορεί κανείς να φανταστεί ότι τον είχε γοητεύσει αλλιώς αυτή η υπόθεση.
Συναντήθηκαν πράγματι όπως το δείχνετε στην ταινία;
Ίσως. Δεν μπορούσαμε να αποκλείσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και, το κυριότερο, θέλαμε πολύ μια σκηνή πρόσωπο με πρόσωπο με τους δυο χαρακτήρες. Έτσι φανταστήκαμε αυτή τη συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου στο Βισί.
Στη σκηνή αυτή ο Μπογιάρσκι βάζει επίτηδες τον εαυτό του σε κίνδυνο…
Είχε ανάγκη την αναγνώριση κι έτσι έπαιρνε ρίσκα. Ακόμη και ασυνείδητα, κάτι τον ωθούσε σε αυτό. Ίσως και να ζούσε την έξαψη του παίκτη, που τα παίζει όλα για όλα.
Σαν κάθε καλλιτέχνης, ήθελε να αναγνωριστεί το ταλέντο του…
Ακριβώς. Μάλιστα, σημάδευε τα πλαστά του χαρτονομίσματα με μικροσκοπικές διαφορές, κάτι σαν υπογραφές. Στην πραγματικότητα, τα χαρτονομίσματά του ήταν πιο όμορφα από εκείνα της Τράπεζας της Γαλλίας. Αφιέρωνε απίστευτο χρόνο σε αυτά. Κάθε φορά που η Τράπεζα άλλαζε σχέδια για να αποτρέψει την παραχάραξη, εκείνος έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Χρειαζόταν έναν ολόκληρο χρόνο για να χαράξει νέες πλάκες, τιτάνιο έργο. Κατέστρεψε τα μάτια και τον αυχένα του, και εξαντλούνταν και με τα ταξίδια του σε όλη τη χώρα για να διοχετεύσει τα χαρτονομίσματα χωρίς να συλληφθεί. Στην Τράπεζα της Γαλλίας τον θεωρούν σχεδόν θρύλο - έχουν θησαυροφυλάκια γεμάτα με τα πλαστά χαρτονομίσματα που έφτιαξε, τα οποία σήμερα αξίζουν πολλά χρήματα.
Σε τι αισθάνεστε κοντά με αυτόν τον άνθρωπο;
Ταυτίστηκα πολύ με τη μοναξιά του. Με τη στιγμή της δημιουργίας, της ανακάλυψης. Με την ανάγκη του να κλείνεται σε έναν περιορισμένο χώρο. Ως παιδί ένιωθα κι εγώ την ανάγκη να απομονώνομαι για να παίζω, οπότε αυτή του η δίψα για απομόνωση με άγγιξε αμέσως. Γι’ αυτό ήθελα οπωσδήποτε να κινηματογραφήσω όλες τις σκηνές όπου δουλεύει, να δείξω την ‘τεχνική’ πλευρά της τέχνης του και τη σχολαστικότητά του. Η μοναξιά του είναι θεμελιώδης. Μου μοιάζει στην ανάγκη να κρύβεται και, ταυτόχρονα, στην ανάγκη για αναγνώριση.
Ο Μπογιάρσκι ήταν επίσης μετανάστης. Είχε έναν λογαριασμό ανοιχτό, μια πληγή… Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί το σήμερα.
Φυσικά υπάρχουν αναλογίες με τη δική μας εποχή. Όσο εξαιρετικός κι αν ήταν ο Μπογιάρσκι, δεν έλαβε καμία στήριξη από πουθενά. Ένιωσα πως αυτό συνομιλεί με όσα ζούμε σήμερα. Το ιστορικό πλαίσιο κάνει ακόμη πιο κατανοητό τον τρόπο με τον οποίο αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την ιδιοφυΐα του.
Σκεφτήκατε εξαρχής τον Ρεντά Κατέμπ για τον ρόλο;
Ναι, αμέσως. Δεν με ενδιέφερε καθόλου που δεν ήταν Πολωνός: ήξερα ότι ήταν ο άνθρωπός μου. Είχαμε πάει μαζί να δούμε μια παράσταση με την Ιζαμπέλ Ιπέρ και μετά δειπνήσαμε. Παρατηρώντας τον, κατάλαβα ότι είχα βρει τον «δικό μου» Μπογιάρσκι. Ο ρόλος ήταν γι’ αυτόν. Το να γράφεις έχοντας έναν ηθοποιό στο μυαλό σου είναι ταυτόχρονα δημιουργικό και ανακουφιστικό - και σίγουρα σε βοηθά να προχωράς πιο γρήγορα.
Director: Ζαν-Πολ Σαλομέ
Writers: Ζαν-Πολ Σαλομέ, Μπαστιάν Νταρέ
Actors: Ρεντά Κατέμπ, Σαρά Ζιροντό, Μπαστιέν Μπουγιόν, Πιερ Λοτέν, Κεντάν Ντολμέρ, Βικτόρ Πουαριέ, Ολιβιέ Λουστό




