ΦΑΚΕΛΟΣ 137
Genre: Κοινωνικό

Plot

Πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Καννών και οκτώ υποψηφιότητες στα  βραβεία Cesar

Mια αστυνομικός ψάχνει την αλήθεια aντιμέτωπη με τους συναδέλφους της και με την ίδια της τη συνείδηση, στο συγκλονιστικό αστυνομικό θρίλερ του Ντομινίκ Μολ, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Καννών και μια υποψηφιότητα στα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου. 

Δεκέμβριος 2018. Στο φλεγόμενο Παρίσι των κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων», ένας 20χρονος διαδηλωτής τραυματίζεται βαριά από βολή αστυνομικού κοντά στα Ηλύσια Πεδία. Η Στεφανί, αξιωματικός της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της γαλλικής αστυνομίας, αναλαμβάνει την υπόθεση αποφασισμένη να εντοπίσει ποιος ευθύνεται για τον βαρύτατο τραυματισμό του νεαρού.

 

Oι ανακρίσεις πολλαπλασιάζονται και τα βίντεο αναλύονται καρέ-καρέ, όμως στην πραγματικότητα τα στόματα παραμένουν κλειστά: από την καχύποπτη οικογένεια του θύματος μέχρι τις μονάδες καταστολής που υψώνουν τείχος σιωπής και εχθρικότητας απέναντι στην έρευνα της Στεφανί. Έτσι, η Στεφανί έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με δύο βασικούς υπόπτους, αλλά και με ένα βαθύτερο ερώτημα: όταν το σύστημα που ερευνάς είναι το ίδιο που υπηρετείς, μπορεί η αλήθεια να αποκαλυφθεί χωρίς κόστος;

 

Μετά την πολύ μεγάλη επιτυχία του «Η Νύχτα της 12ης» πριν σχεδόν τρία χρόνια, ταινία που απέσπασε έξι συνολικά βραβεία Σεζάρ της Γαλλικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ο σκηνοθέτης Ντομινίκ Μολ συνεχίζει την εμβάθυνσή του στις αστυνομικές δομές. Αυτή τη φορά εμπνέεται από τα γεγονότα του 2018, όταν οι κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» (πήραν την ονομασία τους λόγω των φωσφορίζοντων κίτρινων γιλέκων που φορούσαν οι διαδηλωτές) οδήγησαν σε βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους του Παρισιού και άλλων μεγάλων πόλεων. Εκείνη την περίοδο, δεκάδες διαδηλωτές τραυματίστηκαν, ορισμένοι σοβαρά, από βολές των δυνάμεων καταστολής ή από αστυνομικούς που επιχειρούσαν να ελέγξουν τις όλο και πιο ταραχώδεις διαδηλώσεις. Σε μια κορύφωση της κρίσης, ο ίδιος ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, διέταξε την είσοδο τεθωρακισμένων οχημάτων στους παρισινούς δρόμους. Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν άφησαν μόνο τραυματισμούς πίσω τους: ανέδειξαν βαθιά κοινωνικά χάσματα και τις ανισότητες μεταξύ περιφέρειας και πρωτεύουσας, και ενίσχυσαν τη συζήτηση για την αστυνόμευση, τη βία και τη διαφάνεια. Τα «Κίτρινα Γιλέκα» παραμένουν ως σήμερα ένα σύμβολο κοινωνικής αγωνίας και διχασμού, αλλά και κινητοποίησης και δημόσιου διαλόγου.

 

Ο Μολ, μαζί με τον σταθερό συνεργάτη του, τον Γκιλ Μαρσάν, κατάφεραν να αποκτήσουν πρόσβαση στη διαβόητα απρόσιτη Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της γαλλικής αστυνομίας για να κάνουν τη σχετική έρευνα και να καταφέρουν να αποτυπώσουν την καθημερινότητα του τμήματος, που αναλαμβάνει να ερευνήσει υποθέσεις αστυνομικής βίας ή διαφθοράς. Επίσης, ενσωματώνουν στην ταινία αυθεντικές φωτογραφίες και βίντεο από τις πραγματικές διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων», μπλέκοντας με μαεστρία πραγματικότητα και μυθοπλασία.

 

Αποτέλεσμα, ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα γεμάτο σασπένς, ηθικές και κοινωνικές προκλήσεις, αλλά και ιδιαίτερη κινηματογραφική ταυτότητα. Η ακρίβεια του σεναρίου, η δεξιοτεχνία των ερμηνειών (ιδιαίτερα της Λεά Ντρουκέρ, υποψήφιας για το βραβείο Α’ Γυναικείας Ερμηνείας στα πρόσφατα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου) και η συναρπαστική πλοκή συνδυάζονται για να δημιουργήσουν κάτι παραπάνω από μια συνηθισμένη αστυνομική ταινία: μια ιστορία, που δεν φοβάται να κοιτάξει στα μάτια τις έννοιες της δικαιοσύνης και της ηθικής, θυμίζοντάς μας ταυτόχρονα ότι, ακόμη και μέσα σε μια βαθιά πολωμένη κοινωνία όπως η δική μας, η αλήθεια και η ενσυναίσθηση παραμένουν ο μόνος τρόπος επιβίωσης.

 

Ο σκηνοθέτης Ντομινίκ Μολ μιλά για την ταινία

Μετά το Τμήμα Ανθρωποκτονιών στην προηγούμενη σας ταινία, «Η Νύχτα της 12ης», με τη νέα σας ταινία μάς μεταφέρετε στον κόσμο της IGPN, μιας υπηρεσίας που ερευνά την ίδια την αστυνομία.

Με γοήτευε εδώ και καιρό το συγκεκριμένο τμήμα της αστυνομίας, καθώς και το πώς λειτουργεί. Καθώς πρόκειται για αστυνομικούς που ερευνούν τις ενέργειες άλλων αστυνομικών, οι άνδρες και οι γυναίκες που υπάγονται σε αυτό, βρίσκονται σε ιδιαίτερα άβολη θέση. Συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά, ακόμα και με περιφρόνηση ή εχθρικότητα από συναδέλφους τους, ενώ ταυτόχρονα δέχονται κριτική από ορισμένα ΜΜΕ που τους κατηγορούν ότι λειτουργούν ταυτόχρονα «και ως δικαστές και ως ένορκοι». Διαισθανόμουν ότι αυτές οι εντάσεις άνοιγαν γόνιμους δρόμους σε επίπεδο μυθοπλασίας. Πώς διαχειρίζεται κανείς το να βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά; Και πώς ερευνά συναδέλφους που δεν κρύβουν την εχθρική τους στάση;

Τι έρευνα κάνατε για το θέμα;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες για τις υποθέσεις της IGPN: πρόκειται για έναν θεσμό που για χρόνια παρέμενε απρόσιτος και μάλλον αδιαφανής. Σπάνια εμφανίζεται σε ταινίες ή βιβλία και, όταν συμβαίνει, αυτό συνήθως γίνεται με τρόπο αποσπασματικό ή απλοϊκό. Αυτή η έλλειψη πληροφόρησης φούντωσε ακόμη περισσότερο την περιέργειά μου. Χάρη στην επιτυχία του «Η Νύχτα της 12ης» αλλά και στη διαφορετική νοοτροπία του νέου επικεφαλής της IGPN (που είναι για πρώτη φορά δικαστικός λειτουργός και όχι αστυνομικός) είχα τη σπάνια ευκαιρία να βρεθώ εκ των έσω στο τμήμα της υπηρεσίας στο Παρίσι. Παρακολούθησα τις ανακριτικές ομάδες εν δράσει και συζήτησα μαζί τους, σε πρακτικό επίπεδο, για τις μεθόδους, τα κίνητρα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.

Η υπόθεση που παρουσιάζεται στην ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα;

Η ιστορία της ταινίας είναι προϊόν μυθοπλασίας, όμως αντλεί έμπνευση από πολλές πραγματικές υποθέσεις από την περίοδο των πρώτων κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων» τον Δεκέμβριο του 2018. Μελέτησα αρκετές σοβαρές περιπτώσεις τραυματισμών διαδηλωτών. Μας επηρέασε ιδιαίτερα η ιστορία μιας οικογένειας που είχε ταξιδέψει από την περιοχή Σαρτ για να υπερασπιστεί τις εκεί δημόσιες υπηρεσίες. Ο μικρότερος γιος της οικογένειας ακρωτηριάστηκε στο χέρι από χειροβομβίδα διασποράς. Όπως και η οικογένεια Ζιράρ στην ταινία, έτσι κι εκείνοι είχαν δει το ταξίδι στο Παρίσι και ως μια ευκαιρία για οικογενειακή εκδρομή. 

 

Εκείνη η περίοδος, που συγκλόνισε τη Γαλλία και δοκίμασε τόσο την κυβέρνηση, ανέδειξε το χάσμα ανάμεσα στο Παρίσι και την περιφέρεια: το αίσθημα εγκατάλειψης, την κοινωνική υποβάθμιση και τις κραυγαλέες ανισότητες που κυριαρχούν στην επαρχία. Μια έρευνα γύρω από μία τέτοια υπόθεση συνόψιζε ιδανικά τις εντάσεις που ταλανίζουν εδώ και χρόνια ολόκληρη την κοινωνία. Και αυτές οι διαιρέσεις δεν περιορίζονται στη Γαλλία: με διαφορετικές μορφές, αγγίζουν πολλές χώρες.

Πώς γράψατε ένα σενάριο που να είναι ταυτόχρονα τεκμηριωμένο και γεμάτο σασπένς;

Μετά τη φάση της έρευνας, μοιράστηκα το υλικό που είχα συγκεντρώσει με τον συνοδοιπόρο μου, τον Ζιλ Μαρσάν, και μαζί φτιάξαμε μεθοδικά μια ιστορία γεμάτη ένταση, μυστήριο και ανατροπές. Από πολύ νωρίς αποφασίσαμε ότι η ιστορία θα ξεδιπλωνόταν μέσα από το βλέμμα της Στεφανί, μιας αξιωματικού της IGPN που ανακρίνει άνδρες αστυνομικούς εμπλεκόμενους σε υπόθεση αστυνομικής βίας. Αυτή η επιλογή δημιούργησε αμέσως μια ιδιαίτερη μορφή έντασης. Οι συσχετισμοί δύναμης, μέσα στο αυστηρά θεσμικό πλαίσιο των ανακρίσεων, επικοινωνούν ήδη πολλά. Στην πραγματικότητα, η παρουσία γυναικών στην IGPN είναι σημαντική, ακόμη και σε θέσεις ευθύνης.

Αισθανόμαστε ότι, βυθίζοντάς μας σε αυτή την έρευνα, μας οδηγείτε σε βαθύτερα ερωτήματα…

Πέρα από την αγωνία για την έκβαση της υπόθεσης, ο Ζιλ κι εγώ νιώθαμε ότι ο κεντρικός άξονας της ταινίας θα περιστρεφόταν γύρω από το ζήτημα της οπτικής γωνίας. Ή, ακριβέστερα, της «μεροληψίας» της οπτικής γωνίας.

 

Η Στεφανί και η ομάδα της προσπαθούν να κατανοήσουν τι συνέβη πραγματικά εκείνο το βράδυ, λίγα βήματα από τα Ηλύσια Πεδία. Συλλέγει μαρτυρίες, πληροφορίες, βίντεο, συγκεντρώνει τα κομμάτια της δικογραφίας, αντιπαραβάλλει εκδοχές και επιχειρεί να συνθέσει το παζλ. Θέλει να είναι μεθοδική και αμερόληπτη. Ωστόσο, μια λεπτομέρεια την ταράζει: το θύμα κατάγεται από το Σαιν-Ντιζιέ, την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε κι εκείνη. 

 

Μπορεί αυτή η φαινομενικά ασήμαντη σύμπτωση να επηρεάσει την κρίση της; Θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγει την έρευνα; Είναι ένας κόκκος άμμου, που όμως μπορεί να μπλοκάρει ολόκληρο τον μηχανισμό; Ή, αντίθετα, θα δημιουργήσει την ενσυναίσθηση που ίσως λείπει συνήθως από την αυστηρή αυτή τεχνοκράτισσα; Σε έναν κόσμο βαθιά πολωμένο, με διαφορές που συχνά ονομάζονται αγεφύρωτες, είναι άραγε λάθος να αλλάζει κανείς οπτική; Συνιστά προδοσία; Ή μήπως αποτελεί δρόμο προς τη συμφιλίωση; Ο κινηματογράφος, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ταύτιση, είναι ένα ισχυρό μέσο για να μοιραζόμαστε διαφορετικές οπτικές.

Η ταινία διανθίζεται από βίντεο ποικίλης προέλευσης, που λειτουργούν ως κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου στην IGPN, διαπίστωσα ότι σε υποθέσεις βίας που αφορούν τις δυνάμεις τάξης, οι μαρτυρίες είναι συχνά τόσο αντιφατικές και πολωμένες, ώστε τα βίντεο αποτελούν, συνήθως, τον μοναδικό τρόπο προόδου για μια έρευνα. Οι ομάδες αφιερώνουν αμέτρητες ώρες στη συλλογή και ανάλυση κάθε είδους οπτικού υλικού, προκειμένου να καταλάβουν τι συνέβη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από ένα περιστατικό. Από κάμερες ασφαλείας της αστυνομίας και ιδιωτικά συστήματα επιτήρησης μέχρι υλικό δημοσιογράφων και βίντεο από κινητά διαδηλωτών: όλα αξιοποιούνται. Όμως, ακόμη και όταν εντοπίζεται ενοχοποιητικό υλικό, η ερμηνεία του παραμένει ανοιχτή, ιδίως όταν η ποιότητά του είναι χαμηλή. Θέλαμε τα βίντεο να μην υπηρετούν μόνο την αφήγηση, αλλά να δομούν και οπτικά την ταινία, όπως ακριβώς τα στοιχεία συγκροτούν έναν φάκελο υπόθεσης.

Πώς επιλέξατε τη Λεά Ντρικέρ για τον ρόλο της Στεφανί;

Το 2015, η Λεά είχε εμφανιστεί στην ταινία μου «Des Nouvelles de la planète Mars», σε έναν ιδιόμορφο ρόλο δημοσιογράφου που εμφανιζόταν κυρίως μέσα από οθόνες. Είχα απολαύσει πραγματικά τη συνεργασία μας. Κατά τη συγγραφή του σεναρίου αυτής εδώ της ταινίας, τη σκεφτόμουν συχνά για τον ρόλο της Στεφανί, οπότε ήταν απολύτως φυσικό να της τον προτείνω - και τον αποδέχτηκε αμέσως. Με δική της πρωτοβουλία, στη φάση της προετοιμασίας, τη σύστησα σε δύο ερευνήτριες της IGPN, με τις οποίες είχε εκτενείς συζητήσεις. 

 

Η συνεργασία μας ήταν εξαιρετική. Εκτιμώ την ευφυΐα, την ακρίβεια, τη σοβαρότητα και τη φαντασία της. Γνωρίζαμε και οι δύο ότι ο χαρακτήρας ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί: κάθε πρόθεση, κάθε βλέμμα, κάθε μεταβολή τόνου μπορούσε να τη γείρει είτε προς τη σκληρότητα είτε προς τη συναισθηματική υπερβολή. Ήταν μια διαρκής αναζήτηση - και κατάφερε να αποδώσει την πολυπλοκότητα και τα ερωτήματα της Στεφανί με καταπληκτική λεπτότητα και ανθρωπιά.

Δίνετε ιδιαίτερη θέση στα θύματα. Η Κλάρα στο «Η Νύχτα της 12ης» και ο Γκιγιόμ στο «Dossier 137» δεν εμφανίζονται πολύ στην οθόνη, αλλά δεν τους ξεχνάμε ποτέ.

Πράγματι, βρίσκονται στον πυρήνα της ιστορίας. Αυτό που πραγματικά με συγκλόνισε διαβάζοντας μαρτυρίες τραυματιών των κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων» ήταν το πόσο λίγο χώρο καταλάμβαναν στον δημόσιο λόγο. Είτε ποινικοποιούνταν («ήταν βίαιοι, το προκάλεσαν») είτε, όταν ήταν ξεκάθαρα ειρηνικοί, αμφισβητούνταν η ίδια η παρουσία τους («δεν είχαν λόγο να βρίσκονται εκεί, έπρεπε να είχαν μείνει σπίτι τους»). Αυτή η έλλειψη αναγνώρισης της σημασίας των κινητοποιήσεων είναι μια αδικία που δεν μπορώ να διαχειριστώ εύκολα - είναι σαν να μην υπάρχουν. Κανείς δεν έλαβε επίσημη συγγνώμη, ακόμη κι όταν αποδείχθηκε ότι η βία που υπέστη ήταν αδικαιολόγητη. Αν και η ταινία αφηγείται την ιστορία μέσα από τη σκοπιά της Στεφανί, ήθελα να ολοκληρώνεται με τα λόγια του Γκιγιόμ.

 

Η πρωταγωνίστρια Λεά Ντρουκέρ μιλά για την ταινία

Ποιες ήταν οι πρώτες σας εντυπώσεις, όταν διαβάσατε το σενάριο;

Καταρχάς, ένιωσα ότι έχω να κάνω με μια καθηλωτική και εξαιρετικά ακριβή έρευνα, που σταδιακά μετατρέπεται σε εμμονή για τη συγκεκριμένη αστυνομικό. Αυτό όμως που με άγγιξε περισσότερο ήταν η διαδρομή της Στεφανί - στο τέλος συγκινήθηκα βαθιά. Νομίζω με συνεπήρε αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην ακραία της αυστηρότητα και την ανθρώπινη πλευρά της. Είναι ένας χαρακτήρας πολύ συγκινητικός. Μέσα σε μια συνθήκη κρίσης, όπου η βία στις ανθρώπινες σχέσεις μοιάζει να τα διαλύει όλα, εκείνη εκπέμπει ανθρωπιά - δεν είναι ρόλος που σου προτείνουν κάθε μέρα. Η ταινία θέτει ουσιαστικά κοινωνικά ερωτήματα χωρίς όμως να γίνεται διδακτική. Και ήδη από το σενάριο ένιωθες τη δυνατή, καθαρά κινηματογραφική του ενέργεια.

Πώς προετοιμαστήκατε για τον ρόλο;

Ο Ντομινίκ μού πρότεινε πολύ νωρίς να συναντήσουμε δύο γυναίκες ερευνήτριες της IGPN. Εκεί, ουσιαστικά, ξεκίνησε η πραγματική δουλειά. Είναι παράξενο να μιλάς με ανθρώπους που κάνουν το επάγγελμα που εσύ θα υποδυθείς. Από τη μία είναι αστυνομικοί, οπότε αναρωτιέσαι τι μπορείς να ρωτήσεις χωρίς να ξεπεράσεις όρια. 

 

Χρειαζόμουν πολύ συγκεκριμένες, τεχνικές πληροφορίες, αλλά και πιο προσωπικές λεπτομέρειες. Άφησα τη συζήτηση να κυλήσει φυσικά. Ήταν πολύ ανοιχτές μαζί μου και σιγά-σιγά οι ερωτήσεις έγιναν πιο προσωπικές: γιατί διάλεξαν να γίνουν αστυνομικοί και γιατί συγκεκριμένα να υπηρετήσουν στην IGPN. Μου εξήγησαν ότι σχεδόν ποτέ δεν επιλέγει κανείς την IGPN από ιδεολογία - είναι σπάνιο αυτό. Συνήθως πρόκειται για μια τοποθέτηση που ταιριάζει με τον βαθμό τους ή για λόγους ωραρίου και οικογενειακής ζωής, γιατί στο συγκεκριμένο τμήμα τα ωράρια είναι πιο προβλέψιμα. Μου είπαν επίσης ότι από τότε που μπήκαν στην IGPN, πολλοί πρώην συνάδελφοί τους δεν τους μιλούν πια. Ήταν σημαντικό να μπω στη θέση τους και να καταλάβω αυτήν την απομόνωση. Και μετά έθεσα το ερώτημα που για μένα ήταν κεντρικό: «Εγώ ως ηθοποιός δουλεύω με το συναίσθημα. Εσείς τι κάνετε με το συναίσθημα στη δουλειά σας; Όταν έρχονται άνθρωποι να καταθέσουν ή όταν ανακρίνετε συναδέλφους, κάτι πρέπει να νιώθετε… Πώς το διαχειρίζεστε;» Η απάντησή τους ήταν αυτόματη: το συναίσθημα απαγορεύεται. Δεν επιτρέπεται να φαίνεται τίποτα. Ό,τι συμβαίνει μέσα σου -ενσυναίσθηση, ενόχληση, απογοήτευση- πρέπει να μένει εκεί.

Πώς λειτούργησε αυτό για εσάς;

Έγινε οδηγία για εμένα και τον Ντομινίκ, όπως και πραγματική πρόκληση. Πώς κρατάς έναν χαρακτήρα μέσα σε τόσο στενά όρια; Πώς παραμένεις πιστή στην πραγματικότητα της δουλειάς και ταυτόχρονα αφήνεις να φανεί η ανθρωπιά του χαρακτήρα; Ήταν μια συνεχής, λεπτή ισορροπία. Το σενάριο είχε πολλές αποχρώσεις, μια ποικιλία συναισθημάτων που έπρεπε να υπάρχουν χωρίς να ξεχειλίζουν. Ήμουν διαρκώς σε επιφυλακή, σαν να περπατάω σε τεντωμένο σκοινί. Δεν μπορούσα στιγμή να χαλαρώσω. Κάναμε πολλές λήψεις σε ορισμένες σκηνές κι έτσι δοκίμαζα διαφορετικούς τόνους. Και ο Ντομινίκ μού έλεγε συχνά: «Να θυμάσαι. Όλα μέσα.» Αυτό ήταν συναρπαστική πρόκληση για μένα, γιατί ως ηθοποιός συχνά θες να κορυφώσεις, να δημιουργήσεις μια έντονη στιγμή. Εδώ όμως ήξερα ότι έπρεπε να σεβαστώ αυτό που μου είχαν πει οι δύο ερευνήτριες.

Ο γιος της Στεφανί τής καθρεφτίζει μια σκληρή εικόνα της δουλειάς της.

Ναι, πράγματι. Όταν ο γιος του χαρακτήρα που υποδύομαι, τη ρωτά πριν κοιμηθεί «Γιατί δεν συμπαθεί κανείς την αστυνομία;», είναι ένα αληθινό, βαθύ ερώτημα. Δεν είναι ένας άγνωστος στον δρόμο που τη βρίζει - είναι το παιδί της, που ανησυχεί για εκείνη και για τον κόσμο γύρω του. Είναι το μέλλον. Αγγίζει κάτι πολύ οικουμενικό: πώς μας βλέπουν τα παιδιά μας, πώς μας κρίνουν. Και πώς μπορούμε να κάνουμε το σωστό.

Πώς είναι να δουλεύετε σε πλατό με τον Ντομινίκ Μολ;

Ο Ντομινίκ γράφει και σκηνοθετεί με απίστευτη σχολαστικότητα, και αυτό μου αρέσει πολύ. Δίνει τεράστια προσοχή στα πάντα: στους χαρακτήρες, τα σκηνικά, τον χώρο, το φως, το κάδρο, τον ήχο. Και ταυτόχρονα παίρνει τολμηρές αποφάσεις. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο ή πεζό. Πάντα υπήρχε το ζήτημα του βλέμματος, της οπτικής γωνίας - άρα του ίδιου του σινεμά. Οι διάλογοι είναι τόσο καλογραμμένοι που δεν μπαίνεις καν στη διαδικασία αυτοσχεδιασμού. 

 

Αυτή η ακρίβεια σε αναγκάζει να είσαι αυστηρός και αυτή η αυστηρότητα ταίριαξε απόλυτα με την ερευνήτρια που υποδύομαι. Κάνει τη δουλειά της όπως ο Ντομινίκ τη δική του: με απαιτήσεις και ακρίβεια. Νομίζω πως η εμμονή του Ντομινίκ στη λεπτομέρεια κάνει τα πάντα απόλυτα πιστευτά και αυτό με έκανε να νιώθω μεγάλη ασφάλεια. 

 

Και, επειδή μου αρέσει να παρατηρώ πώς δουλεύουν οι άνθρωποι, αυτό που θαυμάζω σε εκείνον είναι ότι ενδιαφέρεται για κάθε τμήμα στο πλατό. Τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, κανείς δεν είναι αόρατος. Όλοι είναι σημαντικοί. Νιώθεις ότι συμμετέχεις σε μια πραγματικά συλλογική δημιουργία — και αυτό δεν είναι καθόλου κενή φράση. Δημιουργείται ένας αμοιβαίος σεβασμός και μια προσοχή που διαπερνά τα πάντα. Και πάνω απ’ όλα, υπάρχει η χαρά για τη διαδικασία τού να φτιάχνεις σινεμά.

Director: Ντομινίκ Μολ

Writers: Ντομινίκ Μολ, Ζιλ Μαρσάν

Actors: Λεά Ντρουκέρ, Ζονατάν Τερνμπούλ, Σολάν Μασαντό Γκρανέρ, Σαντρά Κολομπό, Ματίλντ Ρερίς, Στανισλάς Μεράρ

TRAILER