ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΠΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΕΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ
Duration: 132 λεπτά Genre: Κοινωνικό

Plot

Μια νεαρή γυναίκα παρασύρεται σε μια ερωτική σχέση-ταμπού στο, γεμάτο ένταση και πάθος, ερωτικό δράμα της Εμιλί Ατέφ, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Καλοκαίρι του 1990, στην ύπαιθρο των συνόρων ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική Γερμανία, οι οποίες πια ετοιμάζονται για την ένωση μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η Μαρία θα γίνει σε λίγο καιρό 19 ετών. Οι γονείς της έχουν χωρίσει και η μητέρα της είναι άνεργη και ανήμπορη να τη ζήσει, οπότε η Μαρία μένει με τον φίλο της, Γιοχάνες, στο αγρόκτημα των γονιών του, οι οποίοι την έχουν υποδεχθεί σα δική τους κόρη.

 

Η Μαρία προτιμά να χάνεται στα βιβλία παρά να εστιάζει στην αποφοίτηση και το μέλλον της, ώσπου συναντά τυχαία τον Χένερ, έναν αρκετά μεγαλύτερό της, μοναχικό και κακόφημο αγρότη που ζει εκεί κοντά.Ένα μόνο άγγιγμα αρκεί για να πυροδοτήσει έναν έρωτα που κατακαίει τη ζωή της, ένα μυστικό πάθος γεμάτο λαχτάρα και επιθυμία που καταβροχθίζει τα πάντα στο πέρασμά του και αφήνει τη Μαρία με περισσότερα ερωτήματα, παρά απαντήσεις. Το μόνο σίγουρο; Μετά από αυτό το καλοκαίρι, δε θα είναι ποτέ πια η ίδια.

 

Με φόντο μία από τις πλέον ταραχώδεις και γεμάτες ανακατατάξεις εποχή, αυτή της επανένωσης της Γερμανίας έπειτα από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Εμιλί Ατέφ («Πιο Πολύ από Ποτέ», «Τρεις Μέρες στο Κιμπερόν») επιστρέφει με μια ακόμη δυνατή ιστορία, πυξίδα της οποίας είναι το ταξίδι μιας αινιγματικής, αλλά και καθηλωτικής κεντρικής ηρωίδας.

 

Όπως λέει και η σκηνοθέτης Εμιλί Ατέφ, αυτό που βρήκε συναρπαστικό στο ομώνυμο μυθιστόρημα που ενέπνευσε την ταινία, ήταν «η απεικόνιση της επιθυμίας μιας νεαρής γυναίκας σε όλες τις πτυχές της, όπως και η περιέργεια της Μαρίας να δοκιμάσει τα όριά της, να κατανοήσει τον εαυτό της και τη ζωή, χωρίς να φοβάται ότι θα υπερβεί τα ηθικά ή κοινωνικά όρια. Το γεγονός ότι της επιτρέπεται να το κάνει αυτό ως γυναίκα, ειδικά ως νεαρή γυναίκα, είναι κάτι που με ενδιέφερε πολύ να μεταφέρω στην οθόνη.»

 

Η Ατέφ επίσης βρίσκει κάτι το τραγικό και ρομαντικό σε αυτή τη μυθική στιγμή χάους αλλά και νέου ξεκινήματος για τη Γερμανία, η οποία επενδύει την κεντρική απαγορευμένη σχέση με επιπλέον νόημα, με μια λαχτάρα για επαφή και εξερεύνηση που υπερβαίνει τη λεκτική επικοινωνία.

 

Άξια πρωταγωνίστριά της, η ανερχόμενη Μαρλένε Μπάροου, η οποία ενσαρκώνει μοναδικά τη Μαρία που καλείται να μεγαλώσει και να μεταβεί αμήχανα από τη μια εποχή στην άλλη - όπως άλλωστε και γύρω της, το ίδιο κάνει τελικά και η Γερμανία.

 

 

Η σκηνοθέτης Εμιλί Ατέφ και

η συγγραφέας/συνσεναριογράφος Ντανιέλα Κριν

μιλούν για την ταινία

 

Τι αναζητάτε η μία στη μορφή τέχνης της άλλης; Εμιλί, πώς χρησιμοποιείτε τη λογοτεχνία; Ντανιέλα, τι σημαίνει για εσάς ο κινηματογράφος;

 

Εμιλί Ατέφ: Άρχισα να διαβάζω για προσωπική ευχαρίστηση σχετικά αργά στη ζωή μου. Ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η οικογένειά μου και εγώ περάσαμε τόσο πολύ καιρό σε διαφορετικές χώρες, περιτριγυρισμένοι από διαφορετικές γλώσσες. Ήμασταν περισσότερο ταξιδιώτες παρά αναγνώστες, αν και η τέχνη, και ιδίως η μουσική, έπαιζαν μεγάλο ρόλο στη ζωή μας. Δεν ανακάλυψα πραγματικά τον κόσμο των βιβλίων παρά μόνο όταν ήμουν νεαρή ενήλικη. Σήμερα, η λογοτεχνία είναι για μένα ένας τρόπος να ξεφεύγω από τον δικό μου κόσμο.

 

Ντανιέλα Κριν: Για μένα είναι ακριβώς το αντίθετο. Από τη στιγμή που έμαθα να διαβάζω, τα βιβλία ήταν τόσο σημαντικά για μένα όσο το φαγητό και ο ύπνος. Και το διάβασμα παίζει θεμελιώδη ρόλο στη ζωή μου μέχρι σήμερα. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει με το γεγονός ότι μεγάλωσα σε ένα χωριό στη Σαξονία χωρίς κινηματογράφο κοντά μας. Δεν ήρθα πραγματικά σε επαφή με τον κινηματογράφο μέχρι να ενηλικιωθώ και στην αρχή οι ταινίες είχαν πολύ λιγότερη σημασία για μένα από ό,τι τα βιβλία. Οι ταινίες ήταν ένας τρόπος διαφυγής από την καθημερινή ζωή, μια ευκαιρία να βυθιστώ σε έναν κόσμο εικόνων και ονείρων που δεν είχε καμία σχέση με τον δικό μου κόσμο. Μόνο όταν πήγα στο πανεπιστήμιο, ανέπτυξα μια πιο βαθιά σχέση με τον κινηματογράφο.

 

Όταν μία σκηνοθέτης κινηματογράφου και μία συγγραφέας συναντιούνται, πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους ένα συναρπαστικό πεδίο προς εξερεύνηση. Ποια ήταν η δική σας εμπειρία;

 

Ε.Α: Εγώ ήμουν σίγουρα αυτή που ξεκίνησε τα πράγματα, εγώ αναζήτησα την Ντανιέλα. Η Έστερ Μπερνστορφ, η σεναριογράφος με την οποία έγραψα τις τρεις πρώτες μου ταινίες, μου χάρισε το μυθιστόρημα το 2012, χωρίς να έχει κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό της. Είπε απλώς: «Νομίζω ότι θα σου αρέσει αυτό».

 

Και μπορέσατε να το διαβάσετε χωρίς να σκεφτείτε «κινηματογραφικά»;

 

Ε.Α: Δεν το ήθελα, αλλά κατά κάποιο τρόπο συνέβη αυτόματα. Είχα ήδη διαβάσει αρκετά βιβλία που θεωρούσα ότι θα μπορούσαν να είναι κατάλληλα για κινηματογραφική μεταφορά. Αλλά όταν διάβασα αυτό το βιβλίο, μπορούσα να δω σχεδόν ολόκληρη την ταινία. Αυτό οφειλόταν στο ύφος της Ντανιέλα, το οποίο είναι πολύ ακριβές και μινιμαλιστικό. Οι διάλογοι και οι περιγραφές των χαρακτήρων είναι πολύ κινηματογραφικές, διαθέτουν μια μοναδική ποίηση. Ένιωσα μια ισχυρή, σχεδόν σωματική παρόρμηση: έπρεπε να το κάνω! Δυστυχώς, τα δικαιώματα είχαν ήδη πουληθεί... Αλλά επέμεινα και επικοινώνησα απευθείας με τη Ντανιέλα. Δεν ήταν τόσο πολύ για το συγκεκριμένο έργο: απλώς ένιωσα την ανάγκη να της γράψω και να της πω πόσο πολύ μου άρεσε ο κόσμος που είχε δημιουργήσει και να της δώσω μερικές πληροφορίες για τον δικό μου κόσμο. Η απάντηση της Ντανιέλα ήρθε 15 λεπτά αργότερα. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη σαν να είχα λάβει μήνυμα από κάποιον εραστή!

 

Ντ. Κρ: Συναντηθήκαμε δέκα ημέρες αργότερα.

 

Ε.Α.  Ερωτευτήκαμε αμέσως.

 

Ντανιέλα, χάρηκατε που παραδώσατε το βιβλίο σας στον κόσμο του κινηματογράφου;

 

Ντ. Κρ: Στην Εμιλί, ναι! Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα βρήκαμε αμέσως, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Είχα δει τις ταινίες της και ήξερα ότι θα είχε τη σωστή αίσθηση για το θέμα, ότι δεν θα το άφηνε να διολισθήσει στο κιτς ή στον κακόγουστο ερωτισμό. Η επίτευξη της σωστής ισορροπίας σε τέτοια θέματα είναι μια πρόκληση.

 

Δουλέψατε μαζί και στο σενάριο της ταινίας. Πώς προέκυψε αυτό;

 

Ε. Α.: Μου αρέσει να συνυπογράφω τα σενάρια των ταινιών μου. Και, σε αυτή την περίπτωση, ήθελα οπωσδήποτε να συνεργαστώ με τη Ντανιέλα για να διασφαλίσω ότι η άμεση πρόσβασή της σε αυτόν τον κόσμο και η εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων ανάμεσά μας θα μπορούσαν να ωφελήσουν τη διαδικασία παραγωγής της ταινίας.

 

Ντ. Κρ: Δεν ήξερα καν αν μπορούσα να γράψω σενάριο. Ήταν ένας άγνωστος κόσμος για μένα.

 

Ε. Α.: Δεν είχα καμία αμφιβολία. Το μυθιστόρημα και οι διάλογοί του είναι ήδη γραμμένοι με τόσο κινηματογραφικό τρόπο που ήμουν αρκετά σίγουρη ότι η Ντανιέλα θα μπορούσε επίσης να γράψει για το σινεμά. Τελικά, κατάφερα να την πείσω. Τη δοκιμάσαμε πρώτα σε ένα πρότζεκτ ταινίας μικρού μήκους -το οποίο τελικά δεν γυρίστηκε- και επιβεβαιώσαμε ότι μπορούσαμε να δουλέψουμε πολύ καλά μαζί.

 

Πώς ακριβώς λειτούργησε η συνεργασία σας;

 

Ντ. Κρ: Από το 2014 και μετά, συναντιόμασταν τακτικά από κοντά. Αλλά δεν δουλεύαμε ακόμα μαζί.

 

Ε. Α: Το θέμα ήταν να συναντηθούμε ως άνθρωποι και ως γυναίκες, να συζητήσουμε τις φοβερά διαφορετικές προσωπικές μας ιστορίες και τους τόπους που ενημέρωναν το σκηνικό της ζωής μας. Η Ντανιέλα ζούσε από πάντα στην Ανατολική Γερμανία, ενώ εγώ είχα ιρανικές και γαλλικές ρίζες και είχα ζήσει στο Δυτικό Βερολίνο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και στη συνέχεια πίσω στο επανενωμένο Βερολίνο. Έτσι, μιλήσαμε πολύ, δείξαμε η μία στην άλλη τη δουλειά μας, γνωρίσαμε η μία την οικογένεια της άλλης, και από αυτό προέκυψε η πιο φυσική και άμεση συγγραφική συνεργασία που έχω βιώσει ποτέ. Και η πρόοδός μας ήταν πολύ γρήγορη.

 

Ντ. Κρ: Δεν τσακωθήκαμε ποτέ. Αν έπρεπε να παραλείψουμε ορισμένες λεπτομέρειες ή κομμάτια από το βιβλίο μου, η Εμιλί μπορούσε εύκολα να με πείσει για την ανάγκη να το κάνουμε. Επίσης, μοιραζόμασταν πολύ καλά τη δουλειά. Για παράδειγμα, ανέλαβα τον διάλογο των κατοίκων της υπαίθρου επειδή είναι κάτι που γνωρίζω πολύ καλά. Αλλά δεν ήθελα να αγγίξω τις ερωτικές σκηνές.

 

Ε. Α.: Οι οποίες είναι ακριβώς αυτό που αγαπώ εγώ!

 

Υπάρχει κάποιο κυρίαρχο μοτίβο στον τρόπο με τον οποίο οι δυο σας προσεγγίζετε ένα νέο έργο; Ξεκινάτε με ιστορίες, θέματα ή χαρακτήρες ή είναι κάτι άλλο πιο σημαντικό;

 

Ντ. Κρ: Στην περίπτωσή μου, δεν είναι κάτι συγκεκριμένο - ξεκινάω χωρίς κανένα σχέδιο. Αλλά προτού καθίσω πραγματικά να γράψω ένα βιβλίο, δίνω στον εαυτό μου περίπου δύο χρόνια για να συλλέξω ιδέες, να κάνω πολλές συζητήσεις, να ακούσω τις ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων και να απορροφήσω πολύ πιο εντατικά την πολιτική και την κοινωνία γύρω μου. Κάποια στιγμή νιώθω ότι έχω συγκεντρώσει αρκετές εντυπώσεις, αλλά ακόμα δεν ξέρω περί τίνος θα είναι το βιβλίο. Μπορεί να υπάρχει ένα ερώτημα γύρω από το οποίο να περιστρέφεται, αλλά, όπως είπα, τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς αρχίζω να γράφω και ελπίζω ότι τα πράγματα θα κυλήσουν.

 

Ε. Α.  : Για μένα, αυτό ποικίλλει. Μερικές φορές μού έρχονται ιδέες, όπως για το «3 Days in Quiberon», μερικές φορές είναι ένα μυθιστόρημα, όπως με την ταινία αυτή, ή μπορεί να είναι ένα συγκεκριμένο θέμα που σκέφτομαι εδώ και πολύ καιρό, όπως με το «More than Ever». Αν υπάρχει ένα κύριο μοτίβο για μένα, αυτό είναι μάλλον η προσωπική απελευθέρωση από τις κοινωνικές νόρμες και περιορισμούς. Και όλες οι ταινίες μου μέχρι σήμερα έχουν βασικά ασχοληθεί με θεμελιώδη γυναικεία ζητήματα. Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτά τα θέματα απευθύνονται μόνο στις γυναίκες: νομίζω ότι είναι ενδιαφέροντα και για τους άνδρες.

 

Τι θέλατε να τονίσει η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Ντανιέλα;

 

Ε. Α.: Η απεικόνιση της επιθυμίας μιας νεαρής γυναίκας, της σεξουαλικής της επιθυμίας, με όλες τις πτυχές της. Η Μαρία γοητεύεται από τον Χένερ και τον τρόπο που την κάνει να νιώθει - τη βλέπει και τη θέλει όπως κανείς άλλος γύρω της. Την ιντριγκάρει και η Μαρία θέλει να δοκιμάσει τα όριά της. Θα καεί ξεκινώντας μια σχέση με αυτόν τον άντρα που έχει τα διπλά της χρόνια; Ίσως; Ίσως όχι; Αποφασίζει να ακολουθήσει την επιθυμία της, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να καεί και να πληγώσει τους ανθρώπους που της έδωσαν ένα σπίτι. Δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, θέλει να βιώσει αυτή τη σεξουαλική έλξη που στη συνέχεια γίνεται σιγά σιγά ρομαντική. Και πάλι το γεγονός ότι της επιτρέπεται να το κάνει αυτό ως γυναίκα, ειδικά ως νεαρή γυναίκα, είναι κάτι που με ενδιέφερε πολύ. 

 

Στην ταινία, η Μαρία είναι 18 ετών και πηγαίνει στα 19, αντί για 16 ετών και πηγαίνει στα 17, όπως στο βιβλίο. Ήταν αυτό μια σκόπιμη παραχώρηση;

 

Ντ. Κρ: Καμία από τους δυο μας δεν πίστευε ότι η αλλαγή ηλικίας ήταν πραγματικά απαραίτητη. Αλλά ναι, τελικά, ήταν μια παραχώρηση στις σύγχρονες αντιλήψεις. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να είσαι εντελώς ελεύθερος στον κόσμο της τέχνης. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας, συχνά σκεφτόμαστε ήδη τις πιθανές αντιδράσεις - επειδή μπορεί να είναι τόσο ανελέητες. Αλλά αυτού του είδους η αυτολογοκρισία έχει αρνητικό αντίκτυπο σε κάθε είδους δημιουργική εργασία. Η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι ηθικά αδιάβλητη.

 

Ε. Α.: Φυσικά και υπήρχαν! Αλλά τελικά, το θέμα ήταν να δείξουμε την ιστορία σε όλη της την πολυπλοκότητα - όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και διεθνώς. Θέλαμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο να περιοριστεί αυτή η ταινία στο σεξουαλικό της στοιχείο.

 

Ντ. Κρ: Περάσαμε πολύ καιρό σκεπτόμενες πόσο σημαντικό ήταν για τη Μαρία να είναι 16 ετών. Δεν θα μπορούσε κάλλιστα να είναι 18 ετών; Θα μπορούσαμε να την κάνουμε δύο χρόνια μεγαλύτερη και να διηγηθούμε την ίδια ιστορία. Τελικά, ήταν ένας συμβιβασμός που δεν είχε καμία επίπτωση στην καλλιτεχνική μας ακεραιότητα. Και γι' αυτό το κάναμε.

 

Μιλήστε μας για την πρωταγωνίστριά σας.

 

Ε. Α.: Συνάντησα πολλές νεαρές γυναίκες για το ρόλο. Δεν γνώριζα ακόμα τη Μαρλένε, αλλά παρατήρησα αμέσως ένα πράγμα: έχει κάτι πολύ φρέσκο και φυσικό πάνω της, αλλά, ταυτόχρονα, κάτι δυνατό και προσγειωμένο. Δεν ήθελα ένα εύθραυστο πλάσμα που θα φαινόταν ως θύμα. Αυτό που με ενδιαφέρει σε εκείνη είναι το χάρισμά της για μινιμαλιστική υποκριτική. Αυτό ακριβώς ήθελα για τη Μαρία. Περάσαμε πολύ χρόνο μαζί, μιλήσαμε πολύ και δοκιμάσαμε πολλά πράγματα. Η Μαρλένε είχε κάνει μεγάλη προετοιμασία για αυτόν τον ρόλο - εντυπωσιάστηκα πολύ από το πόσο σοβαρά πήρε τη δουλειά. Αυτό σήμαινε ότι μόλις αρχίσαμε τα γυρίσματα, μπορούσε να αφεθεί ελεύθερη και να γίνει αμέσως Μαρία. Ήταν αρκετά άπειρη - είχε παίξει μόνο έναν άλλο σημαντικό ρόλο σε ταινία μεγάλου μήκους, αλλά μπορούσα να δω το ταλέντο της. Και είναι επίσης ένας πραγματικά υπέροχος άνθρωπος.

 

Η ταινία διαδραματίζεται το 1990, σε μια αγροτική περιοχή της ΛΔΓ λίγο πριν από την κατάρρευσή της. Ήταν δύσκολο να βρείτε μια ισορροπία μεταξύ της πραγματικής περιόδου και μιας αίσθησης διαχρονικότητας;

 

Ε. Α.: Η ιστορία έχει να κάνει με το είδος της σχέσης που οι Γάλλοι αποκαλούν «l' amour fou»: μια αγάπη τρελή, που μπορεί να καταλήξει μόνο σε τραγωδία. Αυτό το φόντο του κοινωνικού χάους, αυτή η παράξενη εποχή που όλοι βιώνουν ραγδαίες και τρομακτικές αλλαγές, βοηθά την ιστορία, αλλά την κάνει επίσης οικουμενική και διαχρονική.

 

Ντανιέλα, η συγγραφή του μυθιστορήματος και του σεναρίου σάς ξύπνησε ισχυρές αναμνήσεις;

 

Ντ. Κρ: Ήταν ιδιαίτερα έντονο για μένα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Μέχρι τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η τοποθεσία που είχε επιλεγεί για την ταινία ήταν μόλις λίγα χιλιόμετρα από το μέρος που είχα στο μυαλό μου όταν έγραφα.

 

Ε. Α.: Ήταν σύμπτωση, αλλά ίσως, τελικά, ήταν ένα είδος μαγείας. Η σκηνογράφος μας αναζητούσε τοποθεσίες στη Θουριγγία και στην πραγματικότητα προσπαθούσε απλώς να βρει ένα μέρος για να διανυκτερεύσει. Τότε όμως πέρασε από το «δικό μας» χωριό και είδε τα «δικά μας» αγροκτήματα.

 

Ντ. Κρ: Όταν επισκέφθηκα τα σκηνικά, πέρασα μέσα από τα μέρη όπου πέρασα τα νιάτα μου. Ήταν παράξενο: και ωραία και όχι τόσο ωραία ταυτόχρονα - άλλωστε, έτσι τα θυμάμαι.

 

Η Μαρία είναι μια δυνατή ηρωίδα στο βιβλίο και η Μαρλένε Μπάροου την υποδύεται ως τέτοια στην ταινία. Και η ιστορία αναπτύσσεται μέσα από τις σκέψεις της και την οπτική της γωνία. Ο πραγματικά δύσκολος ρόλος είναι ο Χένερ - τι τον κάνει τέτοια πρόκληση;

 

Ε. Α.: Το να θέσω τα όρια τού πόσο μακριά θέλει και θα φτάσει ο Χένερ, και σε ποιο βαθμό μπορεί και θα το αφήσει η Μαρία να συμβεί. Το να εξασφαλίσουμε ότι θα έχει πάντα την ευκαιρία να εγκαταλείψει μια κατάσταση, με την οποία δεν νιώθει άνετα. Να παρουσιάσουμε τον Χένερ ως έναν τραυματισμένο, κατεστραμμένο, χαρισματικό, τραχύ, σπασμένο και ευάλωτο άνθρωπο που είναι πραγματικά ερωτευμένος με τη Μαρία - ίσως περισσότερο απ' ό,τι στο βιβλίο.

 

Ντ. Κρ: Για μένα ήταν δύσκολο να επιτρέψω στον Χένερ την αμφιθυμία του. Είναι εξαιρετικά αντιφατικός και δεν ήθελα να εξομαλύνω τις τραχιές άκρες του, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τη σεξουαλικότητά του. Το σεξ δεν είναι πάντα ευγενικό. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες πιέζουν τα όρια ανάμεσα στις έμφυτες επιθυμίες τους και σε αυτό που τους επιτρέπει η κοινωνία να επιθυμούν. Και ο Χένερ διευρύνει πραγματικά αυτά τα όρια. Αλλά δεν ήθελα να χάσει τη συμπάθεια του κοινού.

 

Ο Χένερ δεν είναι ένας μονοδιάστατος τραμπούκος και μέθυσος. Διαβάζει βιβλία, ακούει τη Μαρία, μιλάει για τις οδυνηρές εμπειρίες του με τη μητέρα του. Και η Μαρία ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτόν, είναι περίεργη γι' αυτόν.

 

Ντ. Κρ: Με τη βοήθειά του, δοκιμάζει και τα δικά της όρια. Στην πραγματικότητα, εκείνη τον χρησιμοποιεί περισσότερο απ' ό,τι εκείνος.

 

Ε. Α.: Τα βιβλία μπορούν να πάνε τα πράγματα πιο μακριά από τις ταινίες. Στο βιβλίο, ο Χένερ είναι πιο βίαιος από ό,τι τον απεικονίζουμε στην ταινία, νομίζω. Στην ταινία, βλέπουμε απλώς μια πόρτα να κλείνει: το τι συμβαίνει πίσω από αυτή την πόρτα αφήνεται στη φαντασία μας.

 

Η ταινία παρουσιάζει στιγμές χωρίς λόγια που βασίζονται περισσότερο στις χειρονομίες, το άγγιγμα και τις εκφράσεις του προσώπου. Η δύναμη της έλλειψης λόγου φαίνεται να είναι ένα σημαντικό στοιχείο.

 

Ε. Α.: Όλο και περισσότερο, οι ταινίες μου χρησιμοποιούν τη σιωπή, τις ήσυχες στιγμές μεταξύ των λέξεων. Το βρίσκω συναρπαστικό να δίνω στους χαρακτήρες μου και στους ηθοποιούς μου τον χώρο να υποδύονται καταστάσεις χωρίς να μιλούν. Η επιθυμία και η έλξη, ειδικότερα, δεν χρειάζονται λόγια.

 

Εμιλί, σε όλες τις ταινίες σας είναι σημαντικό ότι οι γυναίκες που υποφέρουν από τέτοιες υπαρξιακές κρίσεις, τελικά παίρνουν μια σπίθα ελπίδας. Ποια είναι αυτή της Μαρίας;

 

Ε. Α.: Θα φύγει από το χωριό και θα αναπτύξει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, επειδή έχει ήδη βιώσει την πιο ακραία ερωτική ιστορία της ζωής της. Τώρα θα έχει καλύτερη ιδέα για το τι θέλει και τι είδους άντρας είναι ο κατάλληλος γι' αυτήν. Και κάποια μέρα θα μπορέσει να διηγηθεί την ιστορία εκείνου του μεθυστικού καλοκαιριού του 1990.

 

 

18 Ιανουαρίου 2024, στους κινηματογράφους

από τη Rosebud.21

 

Director: Εμιλί Ατέφ

Writers: Εμιλί Ατέφ, Ντανιέλα Κριν

Actors: Μαρλένε Μπάροου, Φέλιξ Κράμερ

TRAILER